Friday, July 06, 2007

Στο λεξικό



αριστοκρατία η [aristokratía] O25 : 1.(ιστ.) πολίτευμα στο οποίο την εξουσία κατείχε και ασκούσε μια μειοψηφία ευγενών ή πλουσίων: H ~ και η δημοκρατία είναι αντίπαλα πολιτεύματα. 2. η κοινωνική τάξη των ευγενών ή και των πλουσίων και αυτοί που ανήκουν σ΄ αυτή την τάξη: H ~ του πλούτου. Έκανε λεφτά και μπήκε στους κύκλους της αριστοκρατίας. || Eργατική ~, προνομιούχα ή υψηλόμισθα στρώματα εργαζομένων. || (ειρ.): Aυτός είναι βαριά / ψηλή ~, καλομαθημένος, ακατάδεχτος. || ~ του πνεύματος, κάστα διανοουμένων με υψηλή μόρφωση, καλλιέργεια. [λόγ.: 1: αρχ. ἀριστοκρατία· 2: σημδ. γαλλ. aristocratie (στη νέα σημ.) < λατ. aristocratia < αρχ. ἀριστοκρατία]

Η φράση στα bold δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι ισχύει.
Και μια άσχετη με όλα τα παραπάνω είδηση...Η κόρη κάποιου βουλευτή κάποιου κόμματος κατεβαίνει υποψήφια στην περιφέρεια του μπαμπά, σε κάποιο νομό από "Ρ" στην Κρήτη. Έτσι, όταν βγει, γιατί θα βγει, θα είναι η διακοσιοστή+ απόγονος πρώην βουλευτή, που αναλαμβάνει τη δύσκολη αυτή δουλειά.
Επιμονή πάντως αυτοί οι γονείς, να αναλαμβάνουν τα παιδιά τις family businesses. Μπορεί το παιδί να μη θέλει να γίνει βουλευτής, τί το πιέζεις?

2 comments:

  1. Ρηρακλειο?

    ReplyDelete
  2. Δε μπορώ να πω, αλλά ε ναι λοιπόν.

    ReplyDelete